Θέμα :
Aσθενής με μετάλλαξη BRCA1 εμφάνισε σύγχρονο καρκίνο μαστού και ωοθήκης.
Περιγραφή:
Λαπαροσκοπική ενδιάμεση κυτταρομείωση για καρκίνο ωοθηκής από τον Μανόλη Καλαμπόκα με en bloc Υστερεκτομία και πυελική περιτονεκτομή , επιπλουνεκτομή και αφαίρεση περιτοναίου – όγκου από το δεξιό διάφραγμα
Πληροφορίες:

Καρκίνος ωοθήκης σε γυναίκες με μετάλλαξη BRCA1

Η κληρονομική προδιάθεση μέσω μεταλλάξεων στα γονίδια BRCA1/2 συνιστά το σημαντικότερο γνωστό αίτιο οικογενούς καρκίνου ωοθήκης. Οι φορείς παθογόνων παραλλαγών στο BRCA1 παρουσιάζουν σωρευτικό κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου ωοθήκης που προσεγγίζει το 40–60% έως την ηλικία των 70 ετών, σε αντίθεση με το 1–2% στον γενικό πληθυσμό.

Κλινικά χαρακτηριστικά

  • Η νόσος εμφανίζεται σε μικρότερη ηλικία συγκριτικά με τα σποραδικά περιστατικά.
  • Σχεδόν αποκλειστικά αφορά το υψηλόβαθμο ορώδες καρκίνωμα των ωοθηκών/σαλπίγγων.
  • Δεν υφίστανται αξιόπιστες μέθοδοι πρώιμης διάγνωσης, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των περιπτώσεων να αναγνωρίζεται σε προχωρημένα στάδια.

Θεραπευτική στρατηγική

Η αντιμετώπιση ακολουθεί τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες και βασίζεται σε:

  • Χειρουργική κυτταρομείωση με στόχο τη μέγιστη δυνατή ελάττωση της υπολειπόμενης νόσου.
  • Χημειοθεραπεία με σχήματα βασισμένα στην πλατίνα, στα οποία οι BRCA1-θετικοί όγκοι εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά ανταπόκρισης λόγω της ελλειμματικής επιδιόρθωσης DNA μέσω ομόλογου ανασυνδυασμού.
  • Συντήρηση με PARP αναστολείς (olaparib, niraparib, rucaparib), οι οποίοι αποτελούν πλέον πρότυπο θεραπείας, επιτυγχάνοντας σημαντική παράταση της ελεύθερης νόσου επιβίωσης και βελτίωση της συνολικής πρόγνωσης.

Προληπτικές παρεμβάσεις

Σε υγιείς φορείς BRCA1:

  • Η προφυλακτική σαλπιγγοωοθηκεκτομή μετά την ολοκλήρωση της τεκνοποίησης (συνιστώμενη ηλικία 35–40 ετών) μειώνει δραστικά τον κίνδυνο καρκίνου ωοθήκης και βελτιώνει τη συνολική επιβίωση.
  • Η τακτική γενετική συμβουλευτική και η εξατομικευμένη παρακολούθηση αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της κλινικής πρακτικής.

Ψυχοκοινωνικές πτυχές

Η διάγνωση μετάλλαξης BRCA1 συνεπάγεται πολύπλοκες αποφάσεις σχετικά με προφυλακτικές χειρουργικές παρεμβάσεις, αναπαραγωγικό σχεδιασμό και μακροχρόνια παρακολούθηση. Η διεπιστημονική προσέγγιση με συμμετοχή γυναικολόγου–ογκολόγου, γενετιστή και ψυχολόγου κρίνεται απαραίτητη.

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης

Η χειρουργική κυτταρομείωση αποτελεί θεμέλιο λίθο στη θεραπευτική στρατηγική του επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών. Η επίτευξη μηδενικής ή ελάχιστης υπολειπόμενης νόσου έχει άμεση συσχέτιση με τη συνολική επιβίωση. Τα τελευταία χρόνια, η λαπαροσκοπική χειρουργική και η πρακτική της ενδιάμεσης κυτταρομείωσης (interval debulking surgery – IDS) μετά από χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής έχουν αναδειχθεί ως σημαντικά εργαλεία στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση.

 

Ρόλος της λαπαροσκόπησης

  • Η διαγνωστική λαπαροσκόπηση χρησιμοποιείται για εκτίμηση εξαιρεσιμότητας της νόσου μέσω validated scoring systems (π.χ. Fagotti score).
  • Παρέχει αξιόπιστη πρόγνωση σχετικά με την πιθανότητα επίτευξης πλήρους κυτταρομείωσης και συμβάλλει στην απόφαση για πρωτογενή χειρουργική επέμβαση ή νεοεπικουρική χημειοθεραπεία.
  • Σε επιλεγμένα περιστατικά, η λαπαροσκοπική προσπέλαση δύναται να χρησιμοποιηθεί και ως ελάχιστα επεμβατική τεχνική για την εκτέλεση κυτταρομειωτικών επεμβάσεων, αν και παραμένει αντικείμενο ερευνητικής αξιολόγησης και εφαρμόζεται σε εξειδικευμένα κέντρα.

Ενδιάμεση κυτταρομείωση (IDS)

  • Ενδείκνυται σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο όπου η πρωτογενής κυτταρομείωση δεν είναι εφικτή χωρίς σημαντική νοσηρότητα.
  • Η χορήγηση 3–4 κύκλων χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα οδηγεί σε συρρίκνωση του όγκου και βελτιώνει τη χειρουργική δυνατότητα πλήρους κυτταρομείωσης.
  • Μελέτες όπως οι EORTC 55971 και CHORUS απέδειξαν ότι η IDS μετά από νεοεπικουρική χημειοθεραπεία είναι ισοδύναμη με την πρωτογενή κυτταρομείωση ως προς τη συνολική επιβίωση, με μειωμένη περιεγχειρητική νοσηρότητα.
  • Ωστόσο, η πρωτογενής κυτταρομείωση εξακολουθεί να αποτελεί την προτιμώμενη στρατηγική όταν η πλήρης εξαίρεση της νόσου είναι εφικτή.

Κλινική εφαρμογή και προοπτικές

Η επιλογή μεταξύ πρωτογενούς και ενδιάμεσης κυτταρομείωσης πρέπει να βασίζεται σε:

  • προσεκτική προεγχειρητική σταδιοποίηση με απεικονιστικές μεθόδους και λαπαροσκόπηση,
  • εκτίμηση της γενικής κατάστασης της ασθενούς,
  • δυνατότητες του εξειδικευμένου ογκολογικού κέντρου.

Η λαπαροσκοπική αξιολόγηση έχει καθιερωθεί ως πολύτιμο εργαλείο λήψης θεραπευτικών αποφάσεων, ενώ η IDS αποτελεί ασφαλή και αποτελεσματική εναλλακτική σε ασθενείς όπου η upfront surgery δεν είναι εφικτή. Η μελλοντική έρευνα επικεντρώνεται στη βελτίωση των χειρουργικών τεχνικών με ελάχιστα επεμβατικές μεθόδους, στη ρομποτική χειρουργική και στην ενσωμάτωση βιοδεικτών για εξατομίκευση της θεραπείας.

.

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης

.

,

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 2

.

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 3

,

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 4

,

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 5

,

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 6

.

Λαπαροσκοπική χειρουργική και ενδιάμεση κυτταρομείωση στον καρκίνο ωοθήκης 7

 

 

 



Γυναικολόγος στην Αθήνα Dr Καλαμπόκας Μανόλης

Ο Dr Μ. Καλαμπόκας είναι ειδικός στη Γυναικολογική Ογκολογία, Λαπαροσκόπηση, Κολποσκόπηση

Δείτε το βιογραφικό μου

Επικοινωνήστε μαζί μου